• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
keep at [sth] vtr phrasal insep informal (continue)επιμένω ρ αμ
  επιμένω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συνεχίζω να προσπαθώ περίφρ
  (καθομιλουμένη)δεν τα παρατάω περίφρ
 Eva struggled at first, but kept at it, and passed her driving test at the first attempt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
keep [sth/sb] at bay v expr figurative (prevent getting closer)κρατάω κτ/κπ μακριά, κρατάω κτ/κπ μακριά μου ρ μ + επίρ
  (κατά συνέπεια)αποφεύγω ρ μ
 Vaccination is the most effective way to keep the flu at bay.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'keep at' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση keep at στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «keep at».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!